ανακαθίζω


ανακαθίζω
ανακαθίζω, ανακάθισα βλ. πίν. 33 και πρβλ. ανακάθομαι

Τα ρήματα της νέας ελληνικής. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ανακαθίζω — (Α ἀνακαθίζω) Ι. (μτβ.) 1. ανασηκώνω κάποιον που είναι ξαπλωμένος, ώστε να καθήσει με τον κορμό όρθιο και τα πόδια απλωμένα 2. (για πρόσωπα και ζώα) ανατρέφω, εκτρέφω 3. ανασηκώνω τον σάκο που γεμίζω και τόν χτυπώ στο έδαφος, για να κατακαθίσει… …   Dictionary of Greek

  • ανακαθίζω — ισα, ισμένος 1. μτβ., βάζω κάποιον να καθίσει με όρθιο τον κορμό και απλωμένα τα πόδια: Ανακάθισε τον άρρωστο στο κρεβάτι του. 2. αμτβ., ανακάθομαι (βλ. λ.) …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἀνακαθίζει — ἀνακαθίζω set up pres ind mp 2nd sg ἀνακαθίζω set up pres ind act 3rd sg ἀνακαθίζω set up pres ind mp 2nd sg ἀνακαθίζω set up pres ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνακαθίζουσι — ἀνακαθίζω set up pres part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) ἀνακαθίζω set up pres ind act 3rd pl (attic epic doric ionic aeolic) ἀνακαθίζω set up pres ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνακαθίζουσιν — ἀνακαθίζω set up pres part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) ἀνακαθίζω set up pres ind act 3rd pl (attic epic doric ionic aeolic) ἀνακαθίζω set up pres ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνακαθίζοντα — ἀνακαθίζω set up pres part act neut nom/voc/acc pl ἀνακαθίζω set up pres part act masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνακαθίσαι — ἀνακαθίζω set up aor inf act ἀνακαθίσαῑ , ἀνακαθίζω set up aor opt act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνακαθίσαντες — ἀνακαθίζω set up aor part act masc nom/voc pl ἀνακαθίζω set up aor part act masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ανακάθομαι — ανακαθίζω, ανασηκώνω το κορμί μου, ανασηκώνομαι. [ΕΤΥΜΟΛ. < ανα * + κάθομαι] …   Dictionary of Greek

  • ἀνακαθιζομένῳ — ἀνακαθίζω set up pres part mp masc/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)